11 Οκτωβρίου 2026 · Σοφία Χαρισοπούλου Ψυχολόγος Παιδιού και Εφήβου (MSc, MEd) Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, ένα κείμενο για τις κοινωνικές ρίζες του ψυχικού πόνου, τη θεσμοθέτηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου και το τι σημαίνει πραγματικά ο τίτλος «παιδοψυχολόγος».

Σοφία Χαρισοπούλου Ψυχολόγος Παιδιού και Εφήβου (MSc, MEd) Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
11 Οκτωβρίου 2026
Χθες, 10 Οκτωβρίου, ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Οι αναρτήσεις σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γέμισαν συμβουλές για αυτοφροντίδα, υπενθυμίσεις ότι «δεν είσαι μόνος» και τηλέφωνα στήριξης. Όλα χρήσιμα. Αξίζει, όμως, να κρατήσουμε τη μέρα λίγο περισσότερο από ένα εικοσιτετράωρο και να θέσουμε δύο ερωτήματα που συνήθως μένουν στην άκρη.
Το πρώτο: από πού προέρχεται ο ψυχικός πόνος που βλέπουμε γύρω μας και πόσο από αυτόν είναι πράγματι «ατομική υπόθεση»;
Το δεύτερο, εξίσου σημαντικό: ποιος έχει τα κατάλληλα προσόντα να μας βοηθήσει, με ποια εκπαίδευση και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Το 2026, τα δύο ερωτήματα συναντώνται και σε ένα θεσμικό ζήτημα: τη συζήτηση για τη ρύθμιση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα.
Όποιος εργάζεται στον χώρο της ψυχικής υγείας διαπιστώνει καθημερινά ότι η δυσκολία που φέρνει κάποιος στη συνεδρία σπάνια αφορά μόνο τον εσωτερικό του κόσμο. Η ακρίβεια, η εργασιακή ανασφάλεια, οι κοινωνικές ανισότητες, οι σχέσεις και η αβεβαιότητα για το μέλλον μπαίνουν στο δωμάτιο μαζί του.
Η Παγκόσμια Έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Ψυχική Υγεία, το 2022, αναδεικνύει τη σημασία των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων για την ψυχική ευημερία. Η φτώχεια, η βία, οι ανισότητες και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν αποτελούν απλώς το φόντο της ζωής μας. Μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την ψυχική μας υγεία.
Για την Ελλάδα, τα ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου του 2026, όπως παρουσιάστηκαν σε δημοσίευμα της εφημερίδας Το Βήμα τον Ιούλιο, καταγράφουν μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα ως προς τη συναισθηματική κατάσταση και το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το 65% αναφέρει κυρίως αρνητικά συναισθήματα, ενώ το 50% αναφέρει το στρες ως κυρίαρχη συναισθηματική κατάσταση, έναντι 21% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στα παιδιά και τους εφήβους, τα δεδομένα είναι εξίσου ανησυχητικά. Σύμφωνα με την έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) για την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια, που δημοσιεύτηκε το 2025, περίπου ένα στα επτά παιδιά και εφήβους ηλικίας 0–19 ετών αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή. Η ίδια έκθεση αναδεικνύει σημαντικές ελλείψεις στην πρόσβαση και στην ποιότητα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για τους νεότερους ανθρώπους.
Στην Ελλάδα, η πανελλαδική ανάλυση πεδίου της Πρωτοβουλίας για την Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων, η οποία δημοσιεύθηκε το 2023 και περιέλαβε σχεδόν 4.000 συμμετέχοντες - παιδιά και εφήβους, γονείς, εκπαιδευτικούς και επαγγελματίες υγείας - κατέγραψε σημαντικές ενδείξεις ψυχοκοινωνικών δυσκολιών. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 14% των εφήβων ηλικίας 12–17 ετών ανέφερε τουλάχιστον μία αυτοτραυματική συμπεριφορά κατά τους έξι μήνες πριν από την έρευνα.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα ευρήματα ελληνικής δημοσκοπικής έρευνας της MARC (2025), που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της συνεργασίας του Υπουργείου Υγείας με τη UNICEF. Σύμφωνα με αυτά, το 17,6% των νέων ηλικίας 17–24 ετών ανέφερε ότι έχει αυτοτραυματιστεί ή αυτοτραυματίζεται, ενώ το 76% δήλωσε ότι βιώνει συναισθήματα όπως θλίψη, άγχος, θυμό και απελπισία και το 62,7% δυσκολεύεται να διαχειριστεί αυτά τα συναισθήματα. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για έγκαιρη αναγνώριση της ψυχικής δυσφορίας και ουσιαστική πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης.
Ήδη από το 1998, ο Γάλλος κοινωνιολόγος Alain Ehrenberg, στο βιβλίο του La fatigue d'être soi («Η κούραση του να είσαι ο εαυτός σου»), περιέγραψε τη σύνδεση της κατάθλιψης με μια κοινωνία που δίνει ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στην ατομική πρωτοβουλία, την αυτονομία και την προσωπική ευθύνη.
Όταν η επιτυχία παρουσιάζεται ως αποκλειστικό αποτέλεσμα των ατομικών επιλογών, η δυσκολία μπορεί να μετατρέπεται σε αίσθημα προσωπικής ανεπάρκειας. Ο άνθρωπος δεν αισθάνεται απλώς ότι δεν τα καταφέρνει. Μπορεί να πιστεύει ότι φταίει ο ίδιος που δεν τα καταφέρνει.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, η σκέψη αυτή παραμένει επίκαιρη. Σε μια κοινωνία που μας καλεί διαρκώς να γίνουμε καλύτεροι, πιο παραγωγικοί, πιο ανθεκτικοί και πιο λειτουργικοί, ακόμη και η ψυχική υγεία κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακόμη προσωπικό έργο προς βελτιστοποίηση.
Παράλληλα, η ψυχολογική γλώσσα πέρασε από το γραφείο του ειδικού στην καθημερινή επικοινωνία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Τραύμα», «τοξικός», «ναρκισσιστής», «όρια», «gaslighting»: όροι που χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως σε βίντεο, αναρτήσεις και συζητήσεις για τις σχέσεις.
Ο Αυστραλός ψυχολόγος Nick Haslam περιέγραψε το φαινόμενο της διεύρυνσης των ψυχολογικών εννοιών με τον όρο "concept creep". Πρόκειται για τη σταδιακή επέκταση της σημασίας εννοιών που σχετίζονται με τη βλάβη, την κακοποίηση και το τραύμα, ώστε να περιλαμβάνουν ευρύτερο φάσμα εμπειριών.
Η διάδοση της ψυχολογικής γνώσης έχει σημαντικά οφέλη. Μπορεί να μειώσει το στίγμα, να βοηθήσει τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν τη δυσκολία τους και να τους ενθαρρύνει να ζητήσουν βοήθεια. Χρειάζεται, ωστόσο, να διακρίνουμε την καθημερινή χρήση ενός όρου από την επιστημονική του σημασία.
Δεν είναι κάθε δυσάρεστη εμπειρία τραύμα με την κλινική έννοια του όρου. Δεν αποτελεί κάθε σύγκρουση ένδειξη κακοποίησης και δεν συνιστά κάθε διαφωνία παραβίαση ορίων. Αντίστοιχα, η χρήση μιας ψυχολογικής ετικέτας δεν αρκεί για να αποδώσουμε σε κάποιον μια διάγνωση.
Ακόμη και τα «όρια», μια σημαντική έννοια για την προστασία της προσωπικής αυτονομίας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με τρόπο που τελικά περιορίζει την αυτονομία του άλλου. Το να εκφράζω τι χρειάζομαι και τι είμαι διατεθειμένος να αποδεχτώ είναι διαφορετικό από το να επιβάλλω στον /στην σύντροφό μου πώς θα ντύνεται ή με ποιούς θα συναναστρέφεται.
Η ψυχολογική γνώση είναι πολύτιμη όταν μας βοηθά να κατανοούμε καλύτερα τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας. Χάνει την αξία της όταν μετατρέπεται σε εργαλείο εύκολης διάγνωσης, κατηγοριοποίησης ή ελέγχου.
Σε αυτό το περιβάλλον αναπτύσσεται και μια αγορά υπηρεσιών ψυχικής ευημερίας, με επαγγελματίες διαφορετικών εκπαιδευτικών διαδρομών, τίτλους που δεν είναι πάντα εύκολο να αξιολογηθούν και εκπαιδευτικά προγράμματα που ποικίλλουν σημαντικά ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενό τους.
Το ζήτημα δεν είναι να απαξιώσουμε κάθε νέα μορφή εκπαίδευσης ή κάθε επαγγελματία που δραστηριοποιείται στον χώρο. Είναι να μπορούμε να διακρίνουμε την ολοκληρωμένη εκπαίδευση από την αποσπασματική επιμόρφωση και την τεκμηριωμένη επαγγελματική επάρκεια από την πειστική δημόσια εικόνα.
Ο άνθρωπος που αναζητά βοήθεια για τον εαυτό του ή για το παιδί του δικαιούται να γνωρίζει ποιος αναλαμβάνει τη φροντίδα του και με ποια προσόντα.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, το Υπουργείο Υγείας έθεσε σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου για τη σύσταση του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, καθώς και για τη σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Η διαβούλευση ολοκληρώθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2026.
Πρόκειται για προτεινόμενες θεσμικές ρυθμίσεις, των οποίων η τελική μορφή και η εφαρμογή πρέπει να διακρίνονται από όσα ισχύουν ήδη.
Με βάση την παρουσίαση του σχεδίου από το Υπουργείο Υγείας, η πρόταση περιλαμβάνει τη σύσταση του Συλλόγου και τη ρύθμιση της οργάνωσης και λειτουργίας του. Το πλήρες σχέδιο περιλαμβάνει επίσης διατάξεις για τα επαγγελματικά δικαιώματα των ψυχολόγων και για τον Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας.
Η σημασία μιας τέτοιας ρύθμισης μπορεί να εξεταστεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα:
Η πρωτοβουλία έχει προκαλέσει διαφορετικές αντιδράσεις στον χώρο. Η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία έχει υποστηρίξει την ανάγκη θεσμικής οργάνωσης, ενώ ο Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων έχει εκφράσει αντιρρήσεις και ανησυχίες σχετικά με το προτεινόμενο πλαίσιο και τις πιθανές συνέπειές του για τα επαγγελματικά δικαιώματα.
Οι διαφωνίες αυτές αξίζει να εξεταστούν με προσοχή, μέσα από τις συγκεκριμένες θέσεις των φορέων και τις διατάξεις του σχεδίου. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η δημιουργία ενός νέου θεσμού. Είναι να διασφαλιστεί ότι η θεσμική οργάνωση θα υπηρετεί ουσιαστικά τόσο τους επαγγελματίες όσο και τους ανθρώπους που αναζητούν υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Δεν αρκεί, άλλωστε, να δημιουργηθεί ένας φορέας. Χρειάζεται να εξετάσουμε ποιες αρμοδιότητες θα έχει, πώς θα λειτουργεί ο έλεγχος, πώς θα αντιμετωπίζονται οι καταγγελίες και με ποιον τρόπο θα προστατεύονται οι λήπτες υπηρεσιών.
Στην Ελλάδα, ο βασικός νομοθετικά κατοχυρωμένος επαγγελματικός τίτλος είναι εκείνος του ψυχολόγου, στο πλαίσιο της ισχύουσας νομοθεσίας, μεταξύ άλλων του Ν. 991/1979.
Ο όρος «παιδοψυχολόγος» χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πεδίο επαγγελματικής ενασχόλησης ενός ψυχολόγου, αλλά δεν πρέπει να εκλαμβάνεται αυτομάτως ως απόδειξη συγκεκριμένης, ενιαία θεσμοθετημένης εξειδίκευσης. Η χρήση του τίτλου από μόνη της δεν μας πληροφορεί για το εύρος και το βάθος της εκπαίδευσης, την κλινική εμπειρία ή την εποπτεία ενός επαγγελματία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ψυχολόγοι με ουσιαστική και πολυετή εξειδίκευση στην παιδική και εφηβική ψυχολογία. Σημαίνει ότι χρειάζεται να αξιολογούμε τα πραγματικά προσόντα τους και όχι μόνο τον τίτλο που χρησιμοποιούν.
Είναι επίσης σημαντικό να διακρίνουμε τον ψυχολόγο με ειδίκευση στην παιδοψυχολογία από τον παιδοψυχίατρο. Ο παιδοψυχίατρος είναι ιατρός με ειδικότητα στην Ψυχιατρική Παιδιών και Εφήβων και μπορεί, στο πλαίσιο της ιατρικής του ιδιότητας, να αξιολογεί ιατρικά, να θέτει διαγνώσεις και να χορηγεί φαρμακευτική αγωγή, όταν ενδείκνυται. Ο ψυχολόγος δεν είναι ιατρός, αλλά μπορεί να διαθέτει εξειδικευμένη εκπαίδευση στην ψυχολογική αξιολόγηση και στην ψυχοθεραπεία παιδιών και εφήβων.
Τι σημαίνει, λοιπόν, στην πράξη, να είναι κάποιος κατάλληλα προετοιμασμένος να εργάζεται με παιδιά;
Κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να εξετάζουμε τουλάχιστον έξι διαστάσεις:
Τα παραπάνω αποτελούν, κατά τη δική μου επιστημονική και επαγγελματική άποψη, ουσιαστικά κριτήρια για την ποιότητα της εργασίας με παιδιά. Δεν πρέπει να συγχέονται με έναν κατάλογο τυπικών νομικών προϋποθέσεων, εκτός εάν αυτές προβλέπονται ρητά από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Για τους γονείς, η συμβουλή μου είναι απλή: ρωτήστε. Είναι απολύτως θεμιτό να ζητήσετε πληροφορίες για τις σπουδές, την εκπαίδευση, την εμπειρία και την εποπτεία του επαγγελματία που θα αναλάβει το παιδί σας. Οι ερωτήσεις αυτές δεν υπονομεύουν τη θεραπευτική σχέση. Μπορούν να αποτελέσουν μέρος της οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Η διαφάνεια γύρω από τα προσόντα, τα όρια και τον τρόπο εργασίας ενός επαγγελματία είναι στοιχείο υπεύθυνης επαγγελματικής πρακτικής.
Η θεσμική οργάνωση είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί.
Ένα μητρώο μπορεί να βοηθήσει τον πολίτη να ελέγξει την επαγγελματική ιδιότητα ενός ανθρώπου. Ένας κώδικας δεοντολογίας μπορεί να ορίσει κανόνες και διαδικασίες λογοδοσίας. Κανένα από αυτά, όμως, δεν μπορεί από μόνο του να απαντήσει στο ερώτημα αν ο άνθρωπος που υποφέρει έχει πού να μείνει, αν εργάζεται σε συνθήκες που του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια ή αν μπορεί να πληρώσει τη συνεδρία που χρειάζεται.
Η ψυχική υγεία κρίνεται μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο, αλλά και έξω από αυτό.
Για εμάς τους επαγγελματίες, αυτό σημαίνει δύο ευθύνες. Να είμαστε επαρκώς εκπαιδευμένοι, να αναγνωρίζουμε τα όριά μας και να είμαστε ειλικρινείς για όσα μπορούμε να προσφέρουμε. Και να μη σιωπούμε απέναντι στις κοινωνικές συνθήκες που επιβαρύνουν την ψυχική υγεία τόσων ανθρώπων και παιδιών.
Αν η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας έχει ουσιαστικό νόημα, είναι να μας θυμίζει και τα δύο: την ευθύνη της φροντίδας και την ευθύνη να διεκδικούμε τις συνθήκες που την καθιστούν πραγματικά προσβάσιμη.
Όχι μόνο μία φορά τον χρόνο.
Σοφία Χαρισοπούλου
Ψυχολόγος Παιδιού και Εφήβου (MSc, MEd)
Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
28ης Οκτωβρίου 6, Ιωάννινα
6972155856